Background Image
Previous Page  5 / 52 Next Page
Basic version Information
Show Menu
Previous Page 5 / 52 Next Page
Page Background

4

ΒΕΛΤΙΩΣΗ

ΚΑΙ

ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΜΟΝΑΔΑΣ –

Φεβρουάριος

2015 –

Τόμος

1 –

Τεύχος

1

Η εκπαιδευτική έρευνα, ωστόσο, δε συνηγορούσε πάντοτε με αυτή τη διαπίστωση. Έρευνες που είδαν

το φως της δημοσιότητας στο δεύτερο μισό του προηγούμενου αιώνα αμφισβήτησαν—είτε άμεσα είτε

έμμεσα—τον καθοριστικό ρόλο των εκπαιδευτικών στη μαθησιακή διαδικασία. Ωστόσο, πιο σύγχρονα

ερευνητικά αποτελέσματα όχι μόνο αναγνωρίζουν, αλλά και υπογραμμίζουν την ουσιαστική συμβολή και την

πολυσχιδή προσφορά των εκπαιδευτικών στη μάθηση. Το άρθρο αυτό επιχειρεί μια συνοπτική επισκόπηση

της βιβλιογραφίας αναφορικά με την αποτελεσματικότητα των εκπαιδευτικών. Στόχος του άρθρου είναι

αφενός να σκιαγραφήσει σε συντομία ερευνητικά αποτελέσματα που αφορούν στην αποτελεσματικότητα

των εκπαιδευτικών και αφετέρου να επισημάνει ερευνητικά κενά ή περιοχές σε σχέση με τη συνεισφορά

των εκπαιδευτικών στα μαθησιακά αποτελέσματα που θα μπορούσαν να απασχολήσουν την ερευνητική

κοινότητα τα επόμενα χρόνια. Διευκρινίζεται εξ αρχής ότι το άρθρο δεν αποσκοπεί να παρουσιάσει μια

περιεκτική επισκόπηση της βιβλιογραφίας γύρω από τον αποτελεσματικό εκπαιδευτικό. Αντίθετα, επιχειρεί

μέσα από τη σταχυολόγηση ερευνητικών αποτελεσμάτων να υποστηρίξει εμπειρικά τη λαϊκή ρήση με την

οποία τιτλοφορείται.

Το άρθρο αποτελείται από δύο βασικές ενότητες. Στην πρώτη ενότητα παρουσιάζονται ερευνητικά

αποτελέσματα που απαντούν στο ερώτημα κατά πόσο οι εκπαιδευτικοί διαδραματίζουν ρόλο στα μαθησιακά

αποτελέσματα. Έχοντας απαντήσει στο αν οι εκπαιδευτικοί έχουν ρόλο στη μάθηση, η δεύτερη ενότητα

επικεντρώνεται στο πώς οι εκπαιδευτικοί επηρεάζουν τα μαθησιακά αποτελέσματα.

Η Συνεισφορά των Εκπαιδευτικών στα Μαθησιακά Αποτελέσματα

Στα μέσα της δεκαετίας του 1960, μια μελέτη από τον κοινωνιολόγο James Coleman και τους συνεργάτες

του (1966) έμελλε να αμφισβητήσει την κοινή πεποίθηση για τον καθοριστικό ρόλο που διαδραματίζουν οι

εκπαιδευτικοί σταμαθησιακάαποτελέσματα.ΤιτλοφορούμενηEqualityofEducationalOpportunity, ημελέτηαυτή

εισηγήθηκε ότι οι εκπαιδευτικοί και το σχολείο συνεισφέρουν πολύ λίγο στα μαθησιακά αποτελέσματα και ότι

κυρίαρχο ρόλο διαδραματίζουν τα ίδια τα χαρακτηριστικά του μαθητή και κυρίως το κοινωνικοοικονομικό

του επίπεδο. Στηριζόμενη σε δεδομένα από 60,000 περίπου εκπαιδευτικούς που υπηρετούσαν σε περισσότερα

από 3,000 σχολεία, η μελέτη έδειξε ότι χαρακτηριστικά των εκπαιδευτικών, όπως η επίδοσή τους σε ένα

λεξιλογικό τεστ, τα χρόνια εμπειρίας τους και το δικό τους επίπεδο εκπαίδευσης είχαν μικρότερη επίδραση

στην επίδοση των μαθητών τους, σε σχέση με χαρακτηριστικά των ίδιων των μαθητών. Αν και εκ των

υστέρων διαπιστώθηκε ότι η έρευνα έπασχε μεθοδολογικά—αφού στηρίχτηκε σε αναλύσεις που έγιναν στο

επίπεδο του σχολείου και όχι στο επίπεδο του μαθητή (βλ. Strong, 2011)—την περίοδο που δημοσιεύτηκε

προκάλεσε αρκετό σάλο και οδήγησε σε έντονη αμφισβήτηση του ρόλου των εκπαιδευτικών στην προαγωγή

των μαθησιακών αποτελεσμάτων. Ο σάλος αυτός ενισχύθηκε όταν περίπου την ίδια εποχή είδε το φως της

δημοσιότητας μια δεύτερη μελέτη που αμφισβήτησε και πάλι το ρόλο των εκπαιδευτικών (Jenks κ.ά., 1972),

οδηγώντας μερικούς σε ακραία επιχειρήματα όπως, για παράδειγμα, την ανάγκη κατάργησης της δημόσιας

εκπαίδευσης, αφού οι δαπάνες στην εκπαίδευση δεν έφερναν τα αναμενόμενα μαθησιακά αποτελέσματα (βλ.

Coleman, Pettigrew, Sewell, & Pullum, 1973).

Ο σάλος που ξέσπασε μετά τη δημοσίευση των δύο αυτών μελετών είχε, ωστόσο, και θετικό αντίκτυπο,

αφού την περίοδο αυτή ξεκίνησε μια συντονισμένη προσπάθεια εμβριθέστερης διερεύνησης του βασικού

συμπεράσματος στο οποίο—έμμεσα ή άμεσα—κατέληξαν οι πιο πάνω μελέτες: ότι οι εκπαιδευτικοί δε

διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο στα μαθησιακά αποτελέσματα. Η πρώτη ουσιαστική αμφισβήτηση του

συμπεράσματος αυτού δεν άργησε να έρθει από δυο μελέτες που διεξήχθηκαν σε διαφορετικές πλευρές

του Ατλαντικού—μια στην Αγγλία (Rutter, Maughan, Mortimore, Ouston, & Smith, 1979) και μια στις Η.Π.Α.

(Edmonds, 1979)—παρέχοντας και οι δύο πολύ ενθαρρυντικά αποτελέσματα για τη συνεισφορά των

εκπαιδευτικών στα μαθησιακά αποτελέσματα. Έκτοτε, ακολούθησε μια πλειάδα ερευνών, τόσο προς το

τέλος του 20ου αιώνα όσο και στις αρχές του 21ου αιώνα, οι οποίες όχι μόνο επιβεβαίωσαν το πιο πάνω

εύρημα, αλλά προχώρησαν και σε πιο πολύ βάθος, εξετάζοντας τη συνεισφορά του εκπαιδευτικού και του

έργου του τόσο σε μαθησιακούς όσο και σε οικονομικούς όρους. Σε σχέση με την πρώτη πτυχή, πιο κάτω

σταχυολογούμε ενδεικτικά ερευνητικά αποτελέσματα σε σχέση με το μέγεθος, τον αθροιστικό χαρακτήρα

και τη διάρκεια της επίδρασης των εκπαιδευτικών στα μαθησιακά αποτελέσματα. Σε σχέση με τη δεύτερη

διάσταση, επικεντρωνόμαστε σε ενδεικτικές έρευνες που εξετάζουν πώς «μεταφράζονται» σε οικονομικούς

όρους τα όσα κερδίζουν οι μαθητές φοιτώντας σε τάξεις αποτελεσματικών ή λιγότερο αποτελεσματικών

εκπαιδευτικών.

Η εκπαιδευτική έρευνα σε σχέση με την εκπαιδευτική αποτελεσματικότητα συγκλίνει στο ότι οι εκπαιδευτικοί

έχουν σημαντικότερη επίδραση στα μαθησιακά αποτελέσματα σε σχέση με άλλους σχολικούς παράγοντες ή