Background Image
Previous Page  46 / 52 Next Page
Basic version Information
Show Menu
Previous Page 46 / 52 Next Page
Page Background

45

ΒΕΛΤΙΩΣΗ

ΚΑΙ

ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΜΟΝΑΔΑΣ –

Φεβρουάριος

2015 –

Τόμος

1 –

Τεύχος

1

Η νομοθεσία “No Child Left Behind” (2001) απαιτεί από τα σχολεία σε όλες τις πολιτείες να προσλαμβάνουν

μόνο προσοντούχους εκπαιδευτικούς που πληρούν τις απαιτήσεις πιστοποίησης. Ωστόσο, επειδή οι ίδιες

οι πολιτείες ρυθμίζουν τις απαιτήσεις πιστοποίησής τους, ο ορισμός του «προσοντούχου» εκπαιδευτικού

διαφέρει από πολιτεία σε πολιτεία. Κατά συνέπεια, σχεδόν όλοι οι εκπαιδευτικοί που διδάσκουν σε μια

πολιτεία είναι εκπαιδευμένοι και πιστοποιημένοι από τη συγκεκριμένη πολιτεία. Πρόσφατα, έχουν αναπτυχθεί

κρατικά προγράμματα πιστοποίησης εκπαιδευτικών (accreditation programs), μέσω των οποίων απαιτείται από

τους εν ενεργεία εκπαιδευτικούς να καταθέσουν το πορτφόλιό τους και να παρακαθίσουν σε μια πανεθνική

εξέταση στο γνωστικό αντικείμενο που επιδιώκουν να διδάξουν. Παρ’ όλα αυτά, μόνο ένα μικρό ποσοστό

εκπαιδευτικών αιτούνται ώστε να λάβουν αυτή την εθνική πιστοποίηση (Carnoy κ.ά., 2009).

4. Συμπεράσματα

Μέσα από τη συγκριτική μελέτη των διαδικασιών επιλογής εκπαιδευτικών στα πιο πάνω εκπαιδευτικά

συστήματα προκύπτουν τρία βασικά συμπεράσματα:

Πρώτο, οι διαδικασίες επιλογής και πρόσληψης των εκπαιδευτικών που εφαρμόζονται ανά το παγκόσμιο,

μπορούν να διαχωριστούν σε δύο γενικές κατηγορίες: μια με βάση ανταγωνιστικές εξετάσεις και μια με

επιλογή από τις τοπικές ή περιφερειακές αρχές ύστερα από γενικότερη αξιολόγηση του υποψηφίου που

βασίζεται κυρίως σε συνέντευξη (Πανάρετος &Μπάνου, 1999). Το πρώτο σύστημα πρόσληψης εκπαιδευτικών

εφαρμόζεται κυρίως σε χώρες της Νότιας Ευρώπης, τη Γερμανία και την Ασία, ενώ το δεύτερο στις χώρες της

Βόρειας Ευρώπης και τις ΗΠΑ. Η γεωγραφική κατανομή των δύο συστημάτων δεν έγινε τυχαία και μπορεί

να ερμηνευθεί με όρους ιστορικούς και κοινωνικούς. Στις χώρες της Βόρειας Ευρώπης για πολλούς αιώνες τα

θέματα εκπαίδευσης δεν ρυθμίζονταν από μια κεντρική αρχή διοίκησης, αλλά από την τοπική αυτοδιοίκηση

ή την εκκλησία. Συνεπώς, σε αυτές τις χώρες οι θεσμοί αποκεντρωτικής διοίκησης και λειτουργίας του

εκπαιδευτικού συστήματος θεωρούνται μέχρι σήμερα αρκετά αξιόπιστοι, ενώ έχει διαχρονικά εμπεδωθεί και

ένα γενικότερο αίσθημα αξιοκρατίας και εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς. Στις χώρες της Νότιας Ευρώπης,

λόγω της έλλειψης μιας αντίστοιχης κουλτούρας αξιοκρατίας και της ύπαρξης ενός συγκεντρωτικού

εκπαιδευτικού συστήματος, ο θεσμός των εξετάσεων λειτουργεί ως εγγύηση αξιοπιστίας εκ μέρους του

κράτους (Πανάρετος & Μπάνου, 1999).

Δεύτερο, τα κορυφαία εκπαιδευτικά συστήματα φαίνεται ότι ασπάζονται την άποψη ότι η ποιότητα του

σχολείου συναρτάται άμεσα με την ποιότητα του εκπαιδευτικού προσωπικού. Παρά τις κοινωνικές,

πολιτισμικές, οικονομικές και πολιτικές διαφορές που αδιαμφισβήτητα υπάρχουν ανάμεσα στις διάφορες

χώρες, τα κορυφαία εκπαιδευτικά συστήματα ανά τον κόσμο μοιράζονται ένα σημαντικό κοινό στοιχείο:

έχουν αναπτύξει αποτελεσματικούς μηχανισμούς επιλογής των καταλληλότερων και πιο προσοντούχων

εκπαιδευτικών. Αυτοί οι μηχανισμοί αναγνωρίζουν ότι ένα άτομο για να γίνει αποτελεσματικός εκπαιδευτικός

θα πρέπει να κατέχει κάποια συγκεκριμένα εφόδια που μπορούν να εντοπιστούν πριν την είσοδο του ατόμου

στην εκπαίδευση. Τα χαρακτηριστικά αυτά είναι το υψηλό επίπεδο γνώσης του διδακτικού αντικειμένου, οι

άριστες διαπροσωπικές και επικοινωνιακές δεξιότητες, η προθυμία για μάθηση και η όρεξη για διδασκαλία. Οι

διαδικασίες επιλογής είναι έτσι με τέτοιο τρόπο σχεδιασμένες, ώστε να ανιχνεύουν αυτά τα χαρακτηριστικά

και να ξεχωρίζουν τα άτομα που τα κατέχουν. Για παράδειγμα, οι μηχανισμοί επιλογής σε Σιγκαπούρη

και Φινλανδία θεωρούνται από τους πιο αποτελεσματικούς, καθώς εντοπίζουν τα προαναφερθέντα

χαρακτηριστικά μέσω πολλαπλών, απαιτητικών τεστ αξιολόγησης και προσεκτικών συνεντεύξεων (Barber &

Mourshed, 2007). Γενικά, οι μηχανισμοί επιλογής των υπό εξέταση εκπαιδευτικών συστημάτων αποτελούνται

κυρίως από τρία βασικά κριτήρια: (α) γραπτές/προφορικές εξετάσεις, (β) συνέντευξη και (γ) παρατήρηση και

αξιολόγηση διδασκαλίας.

Τρίτο, το χρονικό σημείο της επιλογής των εκπαιδευτικών είναι εξίσου σημαντικό με την ίδια τη διαδικασία

επιλογής. Ηδιαδικασία επιλογής είναι αναπόφευκτα στενά συνδεδεμένη και με την εκπαίδευση/κατάρτιση των

εκπαιδευτικών, η οποία διεξάγεται από κάποιο πανεπιστημιακό ή άλλο αναγνωρισμένο ίδρυμα. Υπάρχουν δύο

κύρια μοντέλα που αφορούν στο χρονικό σημείο της επιλογής. Το πρώτο μοντέλο επιλέγει τους υποψήφιους

εκπαιδευτικούς πριν ακόμα λάβουν τη βασική τους κατάρτιση, προσφέροντας έτσι μόνο ένα συγκεκριμένο

αριθμό θέσεων εκπαίδευσης πουαντιστοιχεί στις αναμενόμενες θέσεις εργασίας (π.χ., Σιγκαπούρη, Φινλανδία).

Το δεύτερο μοντέλο επιλέγει τους μελλοντικούς εκπαιδευτικούς μετά την ολοκλήρωση της εκπαίδευσής τους,

η οποία σε αυτή την περίπτωση δεν διασφαλίζει αυτόματα και θέση εργασίας (π.χ., Γερμανία, Γαλλία) (Barber

& Mourshed, 2007).