Background Image
Previous Page  45 / 52 Next Page
Basic version Information
Show Menu
Previous Page 45 / 52 Next Page
Page Background

44

ΒΕΛΤΙΩΣΗ

ΚΑΙ

ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΜΟΝΑΔΑΣ –

Φεβρουάριος

2015 –

Τόμος

1 –

Τεύχος

1

τοποθέτηση και την επανατοποθέτησή τους σε περίπτωση που θέλουν να αλλάξουν θέση εργασίας. Κάθε

τοποθέτηση γίνεται μέσω ενός συστήματος αξιολόγησης (μοριοδότηση), κυρίως ανάλογα με την προϋπηρεσία

των εκπαιδευτικών (Carnoy κ.ά., 2009).

3.2.3 Γερμανία

Στη Γερμανία, λόγω της ομοσπονδιακής δομής της χώρας, κάθε ομόσπονδο κρατίδιο (Bundesland) είναι

υπεύθυνογιατην εκπαίδευση, προετοιμασίακαι πρόσληψητων εκπαιδευτικών, ενώτοκεντρικόκράτοςπαρέχει

μόνο τους γενικούς κανόνες ως ένα είδος εθνικού ρυθμιστικού πλαισίου. Η επιλογή των εκπαιδευτικών γίνεται

βασικά μέσα από δύο διαδοχικές κρατικές εξετάσεις που διοργανώνονται από το κάθε κρατίδιο ξεχωριστά

κι όχι από τα πανεπιστημιακά ιδρύματα. Η πρώτη κρατική εξέταση (Erste Staatsexamen) διεξάγεται με την

ολοκλήρωση των πανεπιστημιακών σπουδών που διαρκούν συνήθως 3-4 χρόνια και περιλαμβάνει συγγραφή

εργασίας, γραπτές και προφορικές εξετάσεις στο γνωστικό αντικείμενο της κάθε ειδικότητας, καθώς και

εξέταση στις παιδαγωγικές επιστήμες. Όσοι επιτύχουν σε αυτή την πρώτη κρατική εξέταση, δικαιούνται να

εισέλθουν στην επόμενη φάση πρακτικής προετοιμασίας (Vorbereitungsdienst/Referendariat) που διαρκεί από 18

μέχρι 24 μήνες (Ostinelli, 2009· Terhart, 2003· 2007).

Από το 2002, ορισμένα ομόσπονδα κρατίδια άρχισαν να αναδιοργανώνουν το παραδοσιακό σύστημα

εκπαίδευσης των εκπαιδευτικών, υιοθετώντας το σύστημα του τριετούς προπτυχιακού προγράμματος

σπουδών (Bachelor) και του μεταπτυχιακού προγράμματος (Master) σύμφωνα με τη Διαδικασία της Μπολόνια.

Με αυτό το σύστημα, το μεταπτυχιακό δίπλωμα (Master of Education) αντικαθιστά την πρώτη κρατική εξέταση

και αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για εισαγωγή στη δεύτερη φάση της πρακτικής προετοιμασίας (Terhart,

2007).

Κατάτηδιάρκειααυτής τηςφάσηςπροετοιμασίας, οι μελλοντικοί εκπαιδευτικοί πληρώνονται, παρακολουθούν

σεμινάρια-μαθήματα από έμπειρους εκπαιδευτικούς, συμμετέχουν στη διδασκαλία μαθημάτων σε σχολεία

και αναλαμβάνουν αυτόνομη, πλήρη διδακτική ευθύνη υπό τη συνεχή επίβλεψη, καθοδήγηση και αξιολόγηση

εξειδικευμένων εκπαιδευτών. Η δεύτερη κρατική εξέταση (Zweite Staatsexamen) διεξάγεται στο τέλος αυτής

της φάσης προετοιμασίας και περιλαμβάνει θέματα πρακτικής κυρίως φύσεως. Οι επιτυχόντες υποψήφιοι

τοποθετούνται σε σειρά κατάταξης και αποκτούν το δικαίωμα εργασίας στα δημόσια σχολεία όλων των

κρατιδίων (Ostinelli, 2009· Terhart, 2003· 2007).

Ωστόσο, η επιτυχία στη δεύτερη κρατική εξέταση δεν εξασφαλίζει αυτόματα και θέση εργασίας. Οι προσλήψεις

γίνονται με βάση τις υπάρχουσες κενές θέσεις ανά ομόσπονδο κρατίδιο, αλλά και βάσει ακαδημαϊκών

προσόντων και προσωπικών χαρακτηριστικών. Επίσης, σε ορισμένα κρατίδια παρέχεται η δυνατότητα στο

κάθε σχολείο να επιλέξει τους εκπαιδευτικούς που ανταποκρίνονται στο προφίλ του μέσα από διαφορετικές

διαδικασίες (Schaefers & Terhart, 2006). Όσοι προσληφθούν λαμβάνουν καθεστώς δημόσιου υπαλλήλου και

γενικά μετά από μια δοκιμαστική περίοδο τριών ετών μονιμοποιούνται (Terhart, 2003· 2007).

3.2.4 Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής (ΗΠΑ)

Οι διαδικασίες πρόσληψης των εκπαιδευτικών στις ΗΠΑ είναι σε μεγάλο βαθμό αποκεντρωμένες. Κάθε

πολιτεία ορίζει τα δικά της κριτήρια για την πιστοποίηση των εκπαιδευτικών της (Carnoy κ.ά., 2009). Έτσι,

τα τυπικά προσόντα των εκπαιδευτικών ορίζονται σε πολιτειακό επίπεδο (Wise, Darling-Hammond, & Berry,

1987). Όλες οι πολιτείες αναζητούν πιστοποιημένους εκπαιδευτικούς, οι οποίοι να έχουν στην κατοχή τους

ως απαραίτητο τυπικό προσόν ένα πανεπιστημιακό δίπλωμα (Bachelor) που να περιλαμβάνει τόσο τη βασική

γνώση αντικειμένου, όσο και την απαραίτητη παιδαγωγική κατάρτιση. Παράλληλα, πολλές πολιτείες έχουν

πρόσθετες απαιτήσεις όσον αφορά στο δεύτερο και τρίτο στάδιο πιστοποίησης, όπως επιπλέον μαθήματα,

μεταπτυχιακό και εξετάσεις (Carnoy κ.ά., 2009).

Παρ’ όλα αυτά, σε ορισμένες πολιτείες έχουν θεσπιστεί διάφορες διατάξεις αναφορικά με «εναλλακτικά»

συστήματα πιστοποίησης ή συστήματα πιστοποίησης «έκτακτης ανάγκης», τα οποία επιτρέπουν σε άτομα που

δεν κατέχουν τα τυπικά προσόντα, να διδάξουν σε προσωρινή βάση (Carnoy κ.ά., 2009).