Background Image
Previous Page  44 / 52 Next Page
Basic version Information
Show Menu
Previous Page 44 / 52 Next Page
Page Background

43

ΒΕΛΤΙΩΣΗ

ΚΑΙ

ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΜΟΝΑΔΑΣ –

Φεβρουάριος

2015 –

Τόμος

1 –

Τεύχος

1

όλους τους εκπαιδευτικούς και αποτελούν την ελάχιστη προϋπόθεση για να θεωρηθεί ένας εκπαιδευτικός

προσοντούχος. Το σετ προτύπων είναι οργανωμένο σε τρεις αλληλένδετες ενότητες. Η πρώτη ενότητα αφορά

στις επαγγελματικές πρακτικές και αξίες, η δεύτερη ενότητα αφορά στις γνώσεις των εκπαιδευτικών στο

διδακτικό τους αντικείμενο και η τρίτη ενότητα αφορά στη διδασκαλία (OECD, 2003).

Η διαδικασία επιλογής προϋποθέτει οι υποψήφιοι για διορισμό να είναι κάτοχοι πτυχίου παιδαγωγικού

τμήματος, το οποίο αποκτούν μετά από σπουδές τριετούς ή τετραετούς φοίτησης. Η συγκεκριμένη ρύθμιση

αφορά στους εκπαιδευτικούς πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Για το διορισμό εκπαιδευτικών δευτεροβάθμιας

εκπαίδευσης, πέραν του πτυχίου της ειδικότητας τους, είναι αναγκαία η απόκτηση Μεταπτυχιακού

Πιστοποιητικού Εκπαίδευσης (PGCE) μετά από σπουδές διάρκειας ενός έτους (Πανάρετος & Μπάνου, 1999).

Επίσης, προϋποθέτει την εγγραφή των εκπαιδευτικών στο Γενικό Συμβούλιο Διδασκαλίας (GTC) και τον

έλεγχο του ποινικού μητρώου τους (OECD, 2003).

Προκειμένου να ελεγχθεί κατά πόσο οι υποψήφιοι πληρούν αυτά τα πρότυπα, αξιολογούνται με διάφορους

τρόπους. Η αξιολόγηση γίνεται μέσω παρατήρησης διδασκαλίας, του πορτφόλιο και των προφορικών και

γραπτών εξετάσεων. Με βάση τις ρυθμίσεις των τελευταίων χρόνων, οι υποψήφιοι εκπαιδευτικοί θα πρέπει

επιπλέον να περάσουν επιτυχώς τρία τεστ σε επίπεδο μαθηματικών γνώσεων, ανάγνωσης και γραφής και

τεχνολογίας πληροφοριών και επικοινωνιών (ICT). Επιτρέπεται στους υποψηφίους να επαναλάβουν τα τεστ

όσες φορές χρειάζεται για να επιτύχουν, αλλά θεωρούνται προσοντούχοι μόνο στην περίπτωση επιτυχούς

συμπλήρωσης και των τριών (Hobson κ.ά., 2010). Εκείνοι που έχουν ολοκληρώσει επιτυχώς τη βασική

κατάρτιση, αλλά δεν έχουν περάσει τη δοκιμασία δεξιοτήτων μπορούν να αξιοποιηθούν ως εκπαιδευτικοί για

διάστημα έως πέντε ετών (OECD, 2003).

Το κράτος δεν αναμειγνύεται στην πρόσληψη των εκπαιδευτικών η οποία γίνεται από τα διοικητικά συμβούλια

των σχολείων. Οι κενές θέσεις ανακοινώνονται μέσω του Τύπου (Πανάρετος &Μπάνου, 1999). Υπολογίζεται

ο συνολικός αριθμός των κενών θέσεων που αναμένεται να έχουν τον επόμενο Σεπτέμβριο και προσλαμβάνουν

ίσο αριθμό εκπαιδευτικών (OECD, 2003). Για το διορισμό λαμβάνονται υπόψη τα ακαδημαϊκά προσόντα των

υποψηφίων, η διδακτική τους εμπειρία, συστατικές επιστολές και η επιτυχία σε συνέντευξη. Παρόλο που η

τελική απόφαση λαμβάνεται από το διοικητικό συμβούλιο του σχολείου, εν τούτοις ο διευθυντής κατέχει

σημαντικό ρόλο στην όλη διαδικασία (Πανάρετος & Μπάνου, 1999).

3.2.2 Γαλλία

Στη Γαλλία, η επιλογή των εκπαιδευτικών τόσο της πρωτοβάθμιας, όσο και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης

γίνεται μέσα από τις κρατικές, εισαγωγικές εξετάσεις που διεξάγονται μία φορά κάθε χρόνο. Οι συγκεκριμένες

εξετάσεις (concours) αξιολογούν τις ακαδημαϊκές δεξιότητες των υποψηφίων μέσω γραπτών και προφορικών

εξετάσεων, διαφέρουν ανάλογα με τη βαθμίδα εκπαίδευσης για την οποία διεξάγονται, ενώ για τη

δευτεροβάθμια εκπαίδευση χωρίζονται με βάση την κάθε ειδικότητα/γνωστικό αντικείμενο (Deane, 2003). Ως

αποτέλεσμα της Συνθήκης τηςΜπολόνια, δικαίωμα συμμετοχής στις εξετάσεις έχουν πλέον όσοι ολοκλήρωσαν

τουλάχιστον πέντε χρόνια πανεπιστημιακών σπουδών (τρία χρόνια για απόκτηση πτυχίου Licence – αντίστοιχο

του Bachelor στη Γαλλία – και δύο χρόνια για απόκτηση μεταπτυχιακού – Master). Η βασική σκέψη πίσω από

την πενταετή τουλάχιστον εκπαίδευση των μελλοντικών εκπαιδευτικών είναι ότι ο πρώτος κύκλος σπουδών

(Licence) επικεντρώνεται στην απόκτηση γνώσεων στο γνωστικό αντικείμενο, ενώ ο δεύτερος κύκλος (Mas-

ter) δίνει έμφαση στην επαγγελματική εμπειρία (Sacilotto-Vasylenko & Fave-Bonnet, 2011). Παρ’ όλα αυτά, η

προσπάθεια με τις τελευταίες εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις του 2013 είναι να αυξηθεί περαιτέρω η περίοδος

της πρακτικής εξάσκησης στα σχολεία, κυρίως κατά το δεύτερο έτος του μεταπτυχιακού προγράμματος. Με

αυτό τον τρόπο μειώνεται το χάσμα μεταξύ της θεωρητικής πανεπιστημιακής εκπαίδευσης και της σχολικής

πραγματικότητας, αφού οι εν δυνάμει εκπαιδευτικοί προετοιμάζονται καλύτερα για τις πρακτικές δυσκολίες

του επαγγέλματος (Valenčič & Marentič, 2014).

Όσοι επιτύχουν στις εισαγωγικές εξετάσεις, τοποθετούνται σε σειρά κατάταξης και όσοι αντιστοιχούν στις

αναμενόμενες θέσεις εργασίας που κοινοποιούνται κάθε χρόνο από το Υπουργείο Παιδείας προσλαμβάνονται

ως εκπαιδευτικοί στα δημόσια σχολεία της χώρας, λαμβάνοντας ταυτόχρονα και καθεστώς μόνιμου δημοσίου

υπαλλήλου (Deane, 2003· Sacilotto-Vasylenko & Fave-Bonnet, 2011). Η τοποθέτηση των εκπαιδευτικών σε

συγκεκριμένο σχολείο και τάξη καθορίζεται με αναφορά σε μια βάση δεδομένων, η οποία καταγράφει την