Background Image
Previous Page  16 / 52 Next Page
Basic version Information
Show Menu
Previous Page 16 / 52 Next Page
Page Background

15

ΒΕΛΤΙΩΣΗ

ΚΑΙ

ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΜΟΝΑΔΑΣ –

Φεβρουάριος

2015 –

Τόμος

1 –

Τεύχος

1

2η Φάση της Έρευνας

Η 2η φάση της έρευνας υλοποιήθηκε τη χρονική περίοδο 2011-12 και αποσκοπούσε στον εντοπισμό της

μακρόχρονης ή διαχρονικής επίδρασης (long-term or lasting effect) των διαφορετικών παρεμβάσεων που

αφορούσαν στην ανάπτυξη μηχανισμών αυτοαξιολόγησης της σχολικής μονάδας. Η σημαντικότητα της

εξέτασης της μακρόχρονης επίδρασης των παρεμβατικών προγραμμάτων με τη χρήση διαχρονικών ερευνών

έχει τονιστεί κατά καιρούς από διάφορους ερευνητές (π.χ. Barnett, 1995 · Borman & Hewes, 2002 · Creem-

ers & Kyriakides, 2007). Τέτοιου είδους έρευνες διερευνούν το κατά πόσον η επίδραση των μηχανισμών

αυτοαξιολόγησης της σχολικής μονάδας παραμένει και μετά την άμεση ολοκλήρωση του προγράμματος.

Επίσης, συμβάλλουν στον εντοπισμό του ρυθμού επίδρασης των παρεμβάσεων που αναπτύσσονται στην

πρόοδο των μαθητών. Με τέτοιου είδους έρευνες μπορεί να διαπιστωθεί, για παράδειγμα, το κατά πόσο

αυξάνεται ή όχι η θετική επίδραση της αξιοποίησης της αυτοαξιολόγησης με την πάροδο του χρόνου ή αν η

θετική αυτή επίδραση δεν ακολουθεί γραμμική πορεία σε σχέση με το χρόνο. Ειδικότερα, σε αυτή τη φάση

έγιναν μετρήσεις στο γνωστικό επίπεδο των μαθητών των σχολείων των τριών ομάδων στο τέλος της σχολικής

χρονιάς στα μαθηματικά με δοκίμια που αξιολογούν τις γνώσεις και δεξιότητες των μαθητών στα μαθηματικά

όπως προσδιορίζονται στο Αναλυτικό Πρόγραμμα σπουδών της Κύπρου. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, μετά

τη λήξη της πρώτης φάσης της έρευνας, στα σχολεία δεν υπήρχε οποιαδήποτε υποστήριξη για το θέμα της

αυτοαξιολόγησης από την ερευνητική ομάδα σε κανένα σχολείο. Τα αποτελέσματα της δεύτερης φάσης

κατέδειξαν ότι δεν υπήρχαν στατιστικά σημαντικές διαφορές στα αποτελέσματα των τριών πειραματικών

ομάδων. Τα αποτελέσματα της δεύτερης φάσης της έρευνας σε συνδυασμό με τα αποτελέσματα της πρώτης

φάσης τονίζουν την ανάγκη συστηματικής υποστήριξης των σχολείων στην προσπάθειά τους να αναπτύξουν,

να εφαρμόσουν και να συνεχίσουν να διατηρούν αποτελεσματικούς μηχανισμούς αυτοαξιολόγησης της

σχολικής μονάδας.

Εισηγήσεις και Προβληματισμοί για τη Χάραξη Εκπαιδευτικής

Πολιτικής που Προκύπτουν από την Έρευνα

Τα αποτελέσματα της έρευνας, υποστηρίζουν την ανάγκη ανάπτυξης πολιτικής σε εθνικό επίπεδο για την

αυτοαξιολόγηση της σχολικής μονάδας. Εφόσον και οι τρεις πειραματικές ομάδες του ερευνητικούσχεδιασμού

φάνηκαν να καταφέρνουν να βελτιώνουν τους μαθητές τους, φαίνεται ότι η χρήση της αυτοαξιολόγησης της

σχολικής μονάδας σε κράτη που θέλουν να κερδίζουν τη μάχη του διεθνούς ανταγωνισμού είναι αδήριτη.

Οι προσπάθειες σε εθνικό επίπεδο σε σχέση με την αυτοαξιολόγηση της σχολικής μονάδας θα πρέπει να

εστιαστούν στο να πείσουν τους άμεσα εμπλεκόμενους φορείς να εφαρμόσουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς

αυτοαξιολόγησης της σχολικής μονάδας (Leithwood, Edge, & Jantzi, 1999 · MacBeath, Schratz, Meuret, & Lakob-

sen, 2000 · Reezigt, 2001 · Wilcox & Gray, 1996). Φαίνεται επίσης ότι η αξιοποίηση ενός θεωρητικού πλαισίου

που υποστηρίζεται παράλληλα και από εμπειρικά δεδομένα δύναται να έχει τη μεγαλύτερη επίδραση όσον

αφορά στη βελτίωση των μαθησιακών επιπέδων. Η στατιστικά σημαντική θετική επίδραση που φάνηκε να

έχει η αξιοποίηση του ΔΜΕΑ, μπορεί να αποδοθεί στην έμφαση που αποδίδει το ίδιο το ΔΜΕΑ στη σύνδεση

των δράσεων στα σχολεία με την υφιστάμενη γνώση για το τι πραγματικά συμβάλλει στη βελτίωση των

μαθησιακών επιπέδων και γιατί (Bosker & Muijs, 2008 · Cheng & Μοk, 2008 · Sammons, 2009).

Παράλληλα, είναι απαραίτητο σήμερα για το κυπριακό εκπαιδευτικό σύστημα η επιτυχία ή η επίδραση των

διάφορων παρεμβατικών και μη προγραμμάτων να εξετάζεται και διαχρονικά. Εξάλλου, η διατήρηση της

επίδρασης ή της συνέχισής της ή και η αξιοποίηση των γνώσεων, δεξιοτήτων και εμπειριών που αποκτήθηκαν

άμεσα ή έμμεσα από την κάθε παρέμβαση δεν είναι κάτι το δεδομένο. Συνεπώς τα αποτελέσματα ερευνών /

αξιολογήσεων προγραμμάτων που αφορούν στον έλεγχο της επίδρασής τους που υλοποιούνται με μετρήσεις οι

οποίες γίνονται αμέσως μετά την ολοκλήρωση της εφαρμογής τέτοιων προγραμμάτων, πρέπει να ερμηνεύονται

αλλά και να αξιολογούνται, όπως και να αξιοποιούνται με φειδώ. Το πιο πάνω κρίνεται ιδιαίτερα σημαντικό

για τα εκπαιδευτικά δρώμενα, δεδομένου ότι η εκπαιδευτική πολιτική πρέπει να αναπτύσσεται στη βάση του

μακροπρόθεσμου σχεδιασμού (Chong, 1996 · Marsh, McAllum & Purcell, 2002 · Στυλιανίδης & Πασιαρδής,

2006), αλλά και των σύγχρονων απαιτήσεων για αυξανόμενη λογοδότηση. Από την άλλη, στην κυπριακή

εκπαίδευση φαίνεται να παραμένει ακόμα το χάσμα μεταξύ της αξιολόγησης και της λήψης απόφασης που

στηρίζεται σε τεκμήρια (Μιχαηλίδου, 2011). Η αναγκαιότητα για τεκμηριωμένη λήψη αποφάσεων (evidence

based policy) προβάλλεται έντονη στις χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και παγκόσμια (European

Commission, 2007) και φαίνεται να δείχνει το δρόμο προς την κατεύθυνση της ανάπτυξης και αξιολόγησης της

εκπαιδευτικής πολιτικής.